Το 2010 ενσωματώθηκε μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας η ευρωπαϊκή οδηγία που εισήγαγε τη διαμεσολάβηση σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Την ίδια χρονιά, η κυβέρνηση με πρωτοβουλία της τότε υπουργού Οικονομίας Λούκας Κατσέλη νομοθέτησε για την ανακούφιση των λεγόμενων υπερχρεωμένων νοικοκυριών ψηφίζοντας τον γνωστό και ως Νόμο Κατσέλη, ή τον 3869/2010.

dikastiria--4-thumb-largeΗ ανάγκη ρύθμισης αυτών των χρεών που δημιουργήθηκαν την εποχή της επίπλαστης ευμάρειας αποτέλεσε τότε και εξακολουθεί να είναι ύψιστο κοινωνικό πρόβλημα. Ο νόμος αυτός περιλαμβάνει ένα στάδιο «εξωδικαστικού» συμβιβασμού που προηγείται της ίδιας της κατάθεσης της αίτησης στο Ειρηνοδικείο. Ο συμβιβασμός πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ της τράπεζας και του οφειλέτη, παρουσία όμως των δικηγόρων τους. Στην πραγματικότητα, το στάδιο αυτό ξεπερνιέται συνήθως με τη χορήγηση απλής βεβαίωσης του δικηγόρου του οφειλέτη ότι η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού ναυάγησε και ως εκ τούτου ο δανειολήπτης μπορεί να προχωρήσει τη διαδικασία ενώπιον του δικαστή. Ο νομικός παραστάτης συντάσσει την αίτηση, αφού ο δανειολήπτης του προσκομίσει όλα τα αναγκαία έγγραφα, ήτοι κατάσταση μισθοδοσίας ή βεβαίωση του ΟΑΕΔ για το επίδομα ανεργίας, αντίγραφα εκκαθαριστικών της εφορίας των τεσσάρων τελευταίων ετών, αντίγραφα του Ε9 του ιδίου και του/της συζύγου, αν είναι έγγαμος/η, υπεύθυνη δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι δεν έχει επέλθει καμία μεταβολή (εκποίηση) στην ακίνητη περιουσία του. Στην αίτηση υπογραμμίζεται η ανυπαίτια αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και κατατίθεται με όλα τα στοιχεία του φακέλου στο Ειρηνοδικείο και επιδίδεται στο ή στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία υπάρχουν οφειλές. (Ο νόμος υποχρεώνει τον οφειλέτη να ασκήσει μία αγωγή για όλα τα ληξιπρόθεσμα χρέη του.)

Η αίτηση συμπληρώνεται από μια «αίτηση αναστολής» προκειμένου ο δικαστής να προστατεύσει τον δανειολήπτη από τα μέτρα εκτέλεσης της τράπεζας εναντίον του. Συνήθως προσδιορίζεται ο οφειλέτης να δίδει το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης του στην τράπεζα. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, ο νομοθέτης έχει προβλέψει την υποχρεωτική υπαγωγή των υπερχρεωμένων στη διαμεσολάβηση και αυτό από 1ης Ιανουαρίου 2015. Ωστόσο αυτή η παγιωμένη πλέον «αποφυγή» της προσπάθειας εξωδικαστικής συμφωνίας που καλλιεργήθηκε όλα αυτά τα χρόνια απειλεί έναν θεσμό που εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του είναι δείγμα πολιτισμού, αφού προωθεί τη συμφωνία και όχι την αντιδικία. Επίσης, ο θεσμός κινδυνεύει να αμαυρωθεί και από την ανικανότητα της πολιτείας να τον προστατεύσει, διότι από τη μια μεριά παρέχει τα νομικά εργαλεία για την ταχεία επίλυση του κοινωνικού προβλήματος των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και από την άλλη, οι τράπεζες καλούν τους οφειλέτες είτε να κάνουν ρύθμιση «μόνοι τους», με βάση όμως τα δικά τους συμφέροντα είτε να υπαχθούν στον Νόμο Κατσέλη, παρακάμπτοντας αυτήν την εξωδικαστική διαδικασία. Επιπλέον ο θεσμός της διαμεσολάβησης πλήττεται από τις αποπροσανατολιστικές δηλώσεις περί «ανοίγματος του επαγγέλματος» και σε μη νομικούς, κάνοντας την κοινή γνώμη να πιστεύει ότι η διαμεσολάβηση είναι μία διαδικασία λογιστικού υπολογισμού και οικονομικής εξισορρόπησης τραπεζικών επισφαλειών, μια δηλαδή εξωδικαιική και όχι εξωδικαστική διαδικασία. Η διαμεσολάβηση είναι το μέλλον της πρακτικής πλευράς της νομικής επιστήμης με την απαγκίστρωση ορισμένων υποθέσεων από τις πολυδάπανες και χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες. Εκτός των υπερχρεωμένων, των οικογενειακών ή γειτονικών διαφορών, η διαμεσολάβηση έχει θέση σε όλες τις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου είτε αυτές αφορούν ιδιώτες, είτε διέπουν τις συμβάσεις του Δημοσίου και των φορέων του. Η διαμεσολάβηση μπορεί λοιπόν να δώσει ένα νέο έναυσμα στην παγίωση της ουσιαστικής δικαιοσύνης και να τερματίσει τη δικομανία που χαρακτηρίζει τον μέσο Έλληνα.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 26.4.2014.