Με τον νόμο 3898/2010 και το Προεδρικό Διάταγμα 123/2011 θεσπίστηκε στην Ελλάδα ο θεσμός της διαμεσολάβησης. Πρόσφατα και υπό την πίεση των εγχωρίων οικονομικών και πολιτικών γεγονότων, η ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε απερίφραστα τη βούλησή της να επιταχυνθεί η εδραίωσή του.

Ετσι, ήδη από τις αρχές του έτους ιδρύθηκαν κέντρα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών με τη σύμπραξη των δικηγορικών συλλόγων και εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων (πρώτα από τον Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά (ΚΕΔΙΠ), έπειτα από τους δικηγορικούς συλλόγους Αθηνών (Προμηθέας) και Θεσσαλονίκης και ανατέθηκε στους διαμεσολαβητές συγκεκριμένη ύλη.

Τι είναι, όμως, η διαμεσολάβηση; Πρόκειται για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών που διεξάγεται με τη συνδρομή ενός τρίτου προσώπου, αντικειμενικού και αμερόληπτου, τελείως δηλαδή ξένου ως προς τη διαφορά, του διαμεσολαβητή. Κύριος στόχος αυτού του ουδέτερου τρίτου είναι η συνδρομή του στην άμβλυνση των διαφορών μεταξύ των μερών και στην εξεύρεση μιας κοινώς αποδεκτής λύσης, που θα τους ικανοποιεί αμοιβαία. Από πρακτικής απόψεως, η καθαρά εθελοντική αυτή διαδικασία συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στην αποφυγή χρονοβόρων και κοστοβόρων δικών. Το μεγαλύτερο, όμως, προτέρημα της διαμεσολάβησης είναι ότι προωθεί τη δικαιοσύνη για όλους, οδηγεί δηλαδή στην ευθυδικία. Και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, η διαδικασία είναι πλήρως εμπιστευτική και απόρρητη, πράγμα που σημαίνει πως οτιδήποτε ειπωθεί στο πλαίσιό της δεν δημοσιοποιείται ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η συμφωνία που επιτυγχάνεται είναι, λοιπόν, δεσμευτική και οι όροι και οι λεπτομέρειές της μη ανακοινώσιμοι. Κατά δεύτερον, η διαμεσολάβηση εντάσσεται στον πολιτισμό του διαλόγου. Ο διαμεσολαβητής δεν είναι ούτε δικαστής ούτε διαιτητής. Δεν προτείνει λύση και δεν εκφράζει ποτέ την εκτίμησή του για την ισχύ των δικαιωμάτων ή για την έκβαση της υπόθεσης. Αντιθέτως, προκρίνει τον ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο ανάμεσα στα μέρη, απεκδυόμενο από κάθε ιδιοτελή βούληση «νίκης επί του αντιπάλου» και αυτό γιατί η διαμεσολάβηση είναι μία διαδικασία win-win, όπου, δηλαδή, το κάθε μέρος κερδίζει.

Στην Ελλάδα, η διαμεσολάβηση βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Προβλέπεται για διαφορές ιδιωτικού δικαίου και είναι πάντα απαραίτητη η παρουσία δικηγόρου για κάθε ένα από τα μέρη. Ο διαμεσολαβητής επιλέγεται με κοινή συμφωνία των μερών και απασχολείται με την κάθε υπόθεση (όπως ορίζει μέχρι σήμερα ο νόμος) κατά ανώτατο όριο για είκοσι τέσσερις ώρες. Η οικειοθελής αυτή διαδικασία θα δοκιμαστεί, όπως αποφάσισε πρόσφατα, το ελληνικό Κοινοβούλιο, στα λεγόμενα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, όπου προβλέπεται υποχρεωτικά. Στην τρέχουσα οικονομική κρίση που πλήττει κυρίως τα μεσαία στρώματα, η διαμεσολάβηση θα αντιστρέψει τη θέση Δαυίδ και Γολιάθ, στην οποία βρίσκεται ο δανειολήπτης σε σχέση με την τράπεζα και θα αποσυμφορήσει τα ειρηνοδικεία, τα οποία πλέον προσδιορίζουν δικάσιμο κατά μέσο όρο μετά πέντε έτη. Τα βασικά της χαρακτηριστικά και μόνο, δηλαδή η εμπιστευτικότητα, η αντικειμενικότητα, η ουδετερότητα και η οικειοθελής συμμετοχή, υπογραμμίζουν τη σημασία της. Η εδραίωση μιας διαδικασίας στην οποία οι δικηγόροι δεν θα αγορεύουν εις μάτην και η οποία δεν θα προωθεί την αντιδικία, αλλά την εξεύρεση της χρυσής τομής και θα είναι σύντομη, σηματοδοτεί την επιστροφή της νομικής πρακτικής στον δρόμο της ευθυδικίας μέσω της συμφωνίας.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 29.6.2013.