Λίγο πριν από το Πάσχα η Τράπεζα της Ελλάδος σε εφαρμο­γή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013, που τιτλο­φορείται «Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους - Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης Περι­ουσίας του Δημοσίου και άλλες επείγουσες διατάξεις» και δημοσιεύθηκε στις 31.12.2013 στο Φύλλο της Εφημερί­δας της Κυβερνήσεως, εξέδωσε τον λεγόμενο Κώδικα Δε­οντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρε­τούμενων ιδιωτικών οφειλών. Ο Κώδικας θα εφαρμοστεί το αργότερο μέχρι τις 31.12.2014.

dikaiosini-thumb-largeΣύμφωνα με τη νομοθετική διάταξη που τον προβλέ­πει, «θα περιλαμβάνει με­ταξύ άλλων διατάξεις σχε­τικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, τις διαδικασίες αξιολόγη­σης της δυνατότητας αποπληρω­μής, δεσμευτικούς κανόνες συμπε­ριφοράς των τραπεζών με σαφή χρο­νοδιαγράμματα, όρους επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, και σε αυτές θα αξιοποιούνται οι ορισμοί του "συνεργάσι- μου δανειολήπτη" και των ''εύλογων δαπανών διαβίωσης'', των οποίων θα γίνεται χρήση κατά τη λήψη αποφά­σεων των τραπεζών σχετικά με πα­ροχή λύσεων/αναδιαρθρώσεων δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πλη­ρωμής».

Με πιο απλά λόγια, προωθείται μία δι­αδικασία «τραπεζι­κού παζαριού», στην οποία ο δανειολή­πτης προσέρχεται ως «αδύναμο» μέρος, ως συνεργάσιμος, δηλα­δή ο σφάλλων, πλην μετανοών οφειλέτης του ή των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Σε ανακοί­νωση δημο­σίευσε στον Τύπο τη Δευτέρα του πάσχα η Γενική Γραμματεία Κατα­ναλωτή προσδιορίζει ότι ένας δανει­ολήπτης θεωρείται συνεργάσιμος όταν παρέχει στοιχεία επικοινωνίας και είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τους δανειστές του, γνωστοποι­εί όλες τις σημαντικές πληροφορίες που αφορούν την τρέχουσα και μελ­λοντική οικονομική του κατάσταση.

Υπογραμμίζεται εξάλλου ότι η κρί­ση κάθε περίπτωσης θα είναι εξατο- μικευμένη. Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τους ορισμούς αυ­τούς σε πραγματικές καταστάσεις:

Ο κύριος Χ.Π., δημοτικός υπάλ­ληλος χρωστά σε τρία διαφορε­τικά πιστωτικά ιδρύ­ματα 45.000 ευ­ρώ. Η σύζυ­γός του Ι.Π. είναι ελεύ­θερη επαγγελματίας (κομμώ­τρια), συ­νεπής στις υποχρεώ­σεις της τόσο στον ΟΑΕΕ όσο και στην εφορία, η ίδια δεν χρωστά κα­νένα ποσό σε δάνειο. Έχουν αποκτήσει από κοινού ένα σπίτι εξή­ντα τετραγωνικών και η Ι.Π. έχει ένα χωράφι στο χω­ριό και ένα σπίτι πάλι στο χω­ριό, που είναι χτισμένο σε οικό­πεδο συνολικού εμβαδού δύο στρεμμάτων.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκονται σε αδυναμία πληρωμής των ανοικτών δανείων του συζύ­γου, καθώς ο μισθός του έχει πέσει στα 500 ευρώ και η σύζυγος σκέ­φτεται να κλείσει το κομμωτήριο. Η τράπεζα έχει αναθέσει την υπόθεση του Χ.Π. σε εισπρακτική εταιρεία, η οποία οχλεί τον ίδιο και τη σύζυγο κάθε μέρα.

Αν ο Χ.Π. συμφωνήσει με τους όρους του Κώδικα Δεοντολογίας, αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες θα έχουν πρόσβαση σε όλα τα προσωπι­κά του στοιχεία (όπως για παράδειγ­μα το γεγονός ότι ξοδεύουν 5.000 ευρώ τον χρόνο για ιατρικά έξοδα σε προσπάθειες υποβοηθούμενης ανα­παραγωγής), οι υπάλληλοι των τρα­πεζών θα μπορούν να τηλεφωνούν στη σύζυγο του συνεργάσιμου δα­νειολήπτη και να τη ρωτούν καθη­μερινά για το ύψος των εισπράξεων, κάνοντας την απλή ερώτηση:
Πώς πήγαν σήμερα οι δουλειές ή

Τι έδειξε το Ζ της ταμειακής σήμε­ρα, κυρία Ι;

Ως συνεργάσιμος λοιπόν ο Χ.Π. θα πρέπει να συμφωνήσει να παράσχει κάποια εξασφάλιση στα πιστωτικά ιδρύματα, έτσι μπορεί να δεχθεί την πρόταση για συγκέντρωση των οφει­λών σε μία τράπεζα με ευνοϊκότερο επιτόκιο και επιμήκυνση του χρό­νου αποπληρωμής του δανείου, με τον πολύ απλό όμως όρο να υποθη­κεύσει το ακίνητο που αποτελεί και την κύρια κατοικία του ζευγαριού και αν σε πέντε χρόνια περιέλθει πά­λι σε υπερημερία, δηλαδή αδυνατεί να εξοφλήσει και αυτή τη μειωμένη δόση του δανείου, ο προωθούμενος Κώδικας Δεοντολογίας τον εξασφα­λίζει ακόμα περισσότερο, αφού είναι δυνατόν στη ρύθμιση να προστεθεί ο όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο συνεργάσιμος δανειολήπτης μπορεί να μεταβιβάσει το υποθηκευμένο ακίνητο του οποίου είναι κύριος στην τράπεζα και όμως να συνεχίσει να κατοικεί σε αυτό ως ενοικιαστής.

Αν ακολουθήσει όλες αυτές τις λύ­σεις της προτεινόμενης και συντασσόμενης αποκλειστικά και μονομερώς από την τράπεζα ρύθμισης, θα καταλήξει να έχει μεταβιβάσει εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) και να είναι ο ίδιος κύριος ενοχικής αξίωσης (μισθωτής του ακινήτου του).

Είναι αλήθεια ότι ο τρόπος παρου­σίασης και οι λέξεις που χρησιμοποι­ούνται μπορεί να παρασύρουν τον μέσο δανειολήπτη. Αν όμως ο δανει­ολήπτης του παραδείγματός μας είχε προχωρήσει στην υπαγωγή του στον νόμο Κατσέλη (Ν. 3869/2010), τό­τε μέσα σε έναν μήνα από την κατά­θεση της αίτησης θα είχε στα χέρια του προσωρινή διαταγή με την οποία το δικαστήριο θα προσδιόριζε κατά ανώτατο ποσό το ύψος της δόσης του δανείου στο 10% της τελευταί­ας ενήμερης δόσης, εν προκειμένω η δόση του Χ.Π. ήταν 566,80 ευρώ και για τα τρία δάνεια, δηλαδή θα πλή­ρωνε, με «εντολή του δικαστηρίου», ως δόση 56,68 ευρώ ως την οριστική συζήτηση της αίτησης και θα παρέ­μενε κύριος του ακινήτου του.

Το αρνητικό του νόμου Κατσέ- λη είναι η χρονοβόρα δικαστική δι­αδικασία, η οποία όμως δεν πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά για τον οφειλέτη. Η προώθηση «τεχνασμά­των» παραπλάνησης μπορεί ουσια­στικά να οδηγήσει στην άρνηση του αναφαίρετου και συνταγματικά κα­τοχυρωμένου δικαιώματος δικαστι­κής προστασίας.

Ωστόσο λύση και στο πρόβλημα της χρονικής διάρκειας της διαδι­κασίας δίνει ο θεσμός της διαμεσο- λάβησης. Μιας διαδικασίας δηλαδή που διέπεται από την αρχή της ισό­τητας των μερών, έτσι ώστε να παύσει ο Γολιάθ (τράπεζα) να επιβάλλει στον Δαβίδ (δανειολήπτη) με συ­νεχείς οχλήσεις και προειδοποιητι­κές επιστολές (σελίδα 6 του Κώδικα Δεοντολογίας) προαποφασισμένες ρυθμίσεις και προτάσεις που στηρί­ζονται αποκλειστικά και μόνο στην εξατομικευμένη, αλλά απλά λογιστι­κή απεικόνιση κάθε περίπτωσης.

Στη διαμεσολάβηση κάθε μέ­ρος (η τράπεζα και ο δανειολήπτης) προσέρχονται οικειοθελώς και υπο­χρεωτικά πάντα με τον δικηγόρο τους, σε αντίθεση με τη διαδικασία που προτείνεται από τις τράπεζες, στην οποία η παρουσία δικηγόρου αντενδείκνυται, αφού είναι τσάμπα έξοδα. Αν ο Χ.Π. επιλέξει τη διαμεσολάβηση, τότε θα εξοικονομήσει χρήμα και χρόνο και θα υποχρεώσει την τράπεζα να δεχθεί μία οριστική λύση, η οποία μπορεί να έχει τη δεσμευτικότητα ενός εκτελεστού τίτ­λου.

Πιο συγκεκριμένα, με τη βοήθεια του δικηγόρου του επιλέγει από τον κατάλογο διαμεσολαβητών του υπουργείου Δικαιοσύνης έναν πι­στοποιημένο διαμεσολαβητή και ενημερώνει σχετικά την τράπεζα. Ο διαμεσολαβητής ενημερώνει σε χωριστές τηλεφωνικές επικοινωνίες και τα δύο μέρη για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και τους καλεί να του προσκομίσουν κάποια, αυτά που εκείνα θεωρούν σημαντικότε­ρα, από τα στοιχεία της διαφοράς.

Τέλος, προσδιορίζεται η ημέρα και η ώρα της διεξαγωγής της διαμε- σολάβησης. Την ορισμένη μέρα, ο δανειολήπτης και ο δικηγόρος του, η τράπεζα και ο δικηγόρος της, προ­σέρχονται στον συμφωνημένο τόπο και ακούν αρχικά τον διαμεσολαβη­τή, ο οποίος τους ενημερώνει για τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία (αμεροληψία, ισότητα των μερών, απόρρητο, εμπιστευτικότητα) και τους εξηγεί με απλά λόγια τη δια­μεσολάβηση. Έπειτα καθένα από τα μέρη παίρνει τον λόγο και τοποθετεί το πρόβλημα προτάσσοντας τα ση­μεία που κρίνει ουσιώδη.

Ο Χ.Π. θα υπογραμμίσει την οικο­νομική ένδεια στην οποία έχει περι- έλθει, αφού ο μισθός του δεν επαρ- κεί για να καλύψει τις δόσεις των δανείων. Η τράπεζα σαφώς θα υπο στηρίξει τις υποχρεώσεις του Χ.Π. που απορρέουν από τις συμβάσεις. Αφού προσδιοριστούν λοιπόν τα βα­σικά σημεία, ο διαμεσολαβητής καλεί τα μέρη σε ισόχρονες κατ' ιδίαν συναντήσεις στις οποίες υπογραμμί­ζεται το απόρρητο που διέπει τα εκεί διαμειφθέντα.

Έτσι ο Χ.Π. μπορεί να εμπιστευθεί στον διαμεσολαβητή ότι στην οικο­γένεια υπάρχει το πρόσθετο οικονο­μικό και ψυχικό βάρος των αποτυχη­μένων προσπαθειών απόκτησης τέ­κνων. Εξαιτίας των χρεών στις τρά­πεζες και των συνεχών οχλήσεων από τις εισπρακτικές, η σύζυγός του σκέφτεται σοβαρά να τερματίσει τον γάμο τους και να μετακομίσει μόνι­μα στην επαρχία. Ο διαμεσολαβη­τής οφείλει να επαναλάβει το απόρ­ρητο που διέπει τις πληροφορίες αυ­τές και να ρωτήσει το μέρος αν επι­θυμεί να μεταφέρει κάτι στην άλλη πλευρά.

Στην αντίστοιχη κατ' ιδίαν συνά­ντηση με την τράπεζα, ο εξουσιοδο­τημένος εκπρόσωπός της θα υπο­γραμμίσει στον διαμεσολαβητή ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει τις επισφάλειες του χαρτοφυλακίου του, δηλαδή με απλά λόγια δεν θέλουν να δια­γράψουν καθόλου από το κεφάλαιό τους και προσδοκούν μόνο να καλέσουν τον δανειολήπτη να συμφωνή­σει σε μία ρύθμιση, όπως αυτή που προτείνεται με τον Κώδικα Δεοντο­λογίας. Ειρήσθω εν παρόδω, η ρύθ­μιση αυτή απλώς μεταθέτει το πρό­βλημα για το μέλλον διογκώνοντάς το.

Ο διαμεσολαβητής, υπενθυμίζο­ντας και στο μέρος αυτό το απόρ­ρητο και την εμπιστευτικότητα, θα προσπαθήσει με ενός ευρέος φά­σματος ερωτήσεις να το καλέσει να σκεφτεί και την άλλη πλευρά. Έπει­τα από μία σειρά κατ' ιδίαν συναντή­σεων στις οποίες ενδεχομένως θα έχουν παρουσιαστεί διάφορες πτυ­χές του θέματος και αφού εμφανίζε­ται κοινός τόπος, ο διαμεσολαβητής θα προσκαλέσει σε μία κοινή συνά­ντηση, στην οποία θα επιχειρηθεί η επίτευξη συμφωνίας.

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στα μέρη ο διαμεσολαβητής δεν τους προτείνει, ούτε τους επιβάλλει λύ­σεις. Είναι εγγυητής του σεβασμού των αρχών. Μέσα από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί, τα μέρη θα απο­φασίσουν από κοινού την αμοιβαία αποδεκτή λύση. Η εξεύρεσή της εγγράφεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο μπορεί να κατα­τεθεί στη γραμματεία του οικείου Πρωτοδικείου και να κηρυχθεί εκτε­λεστός τίτλος.

Στο παράδειγμά μας ο Χ.Π. θα επιτύχει γρήγορα και δεσμευτικά τη μείωση του δανείου του και θα εξασφαλίσει και την πρώτη κατοικία του. Από την 1η Ιανουαρίου 2015 η διαδικασία της διαμεσολάβησης θα καταστεί υποχρεωτική για τις πε­ριπτώσεις των υπερχρεωμένων. Ο προωθούμενος Κώδικας μαρτυρά για ακόμα μία φορά την αδυναμία των εγχώριων τραπεζών να ακολου­θήσουν την εποχή τους και την άρ­νησή τους να αποδεχθούν το μερί­διο της ευθύνης τους.

Όταν μέχρι πριν από πέντε χρό­νια μοίραζαν αφειδώς δάνεια χωρίς εγγυήσεις, ακόμα και για τις γιορ­τές των Χριστουγέννων, όταν έδιναν στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ ακόμα και σε επί μακρόν δια- μένοντα μετανάστη γεωργικό υπάλ­ληλο, σήμερα σπάνε το ένα ρεκόρ μείωσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία μετά το άλλο, έχοντας μειώσει τον ρυθμό χορήγη­σης δανείων στο -0,5%.

Αν δυναμιτιστεί κι άλλο ο θεσμός της εναλλακτικής επίλυσης διαφο­ρών (διαμεσολάβηση), αν αμαυρω­θεί από το χρονοβόρο η δικαστική διαδικασία του νόμου Κατσέλη και προωθηθεί μόνο η λογιστική ρύθμι­ση του Κώδικα, τότε οι τράπεζες θα μετατραπούν σε μηχανισμό αφαίμα­ξης της ρευστότητας και το όνειρο κάθε Έλληνα για αξιοπρεπή διαβίω­ση θα αποτελεί μακρινό παρελθόν.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Ποντίκι στις 30.4.2014.